Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La alcantarilla
01
υπόνομος
un conducto subterráneo para evacuar aguas residuales o pluviales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
alcantarillas
Παραδείγματα
El agua de la lluvia corre por la alcantarilla.
Το νερό της βροχής τρέχει μέσα από τον υπονόμο.



























