Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disculpar
[past form: me disculpé][present form: me disculpo]
01
συγγνώμη ζητώ
pedir perdón o expresar arrepentimiento por algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
disculpo
γ΄ ενικό πρόσωπο
disculpa
ενεστώτα μετοχή
disculpando
απλός αόριστος
me disculpé
παθητική μετοχή
disculpado
Παραδείγματα
Se disculpó por no poder asistir a la fiesta.
Ζήτησε συγνώμη που δεν μπορούσε να παρευρεθεί στο πάρτι.



























