Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gritar
[past form: grité][present form: grito]
01
φωνάζω
producir un sonido fuerte con la voz generalmente por emoción, miedo, enfado o dolor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
grito
γ΄ ενικό πρόσωπο
grita
ενεστώτα μετοχή
gritando
απλός αόριστος
grité
παθητική μετοχή
gritado
Παραδείγματα
Gritó tan fuerte que le dolió la garganta.
Φώναξε τόσο δυνατά που πονάει ο λαιμός του.



























