Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
almorzar
01
τρώω μεσημεριανό
comer al mediodía
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
almuerzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
almuerza
ενεστώτα μετοχή
almorzando
απλός αόριστος
almorcé
παθητική μετοχή
almorzado
Παραδείγματα
Yo siempre almuerzo arroz.
Εγώ πάντα τρώω ρύζι για μεσημεριανό.



























