el almacén
al
al
al
macén
ˈmaθen
mathen
tambiénsosténsarténarcén

Ορισμός και σημασία του "almacén"στα ισπανικά

01

αποθήκη, αποθηκευτικός χώρος

lugar donde se guardan mercancías, productos o materiales 
el almacén definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
almacenes
Παραδείγματα
La empresa tiene un almacén cerca de la fábrica. 

Η εταιρεία έχει ένα αποθήκη κοντά στο εργοστάσιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store