Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Almacenamiento
01
αποθήκευση, φύλαξη
acción o lugar donde se guardan y conservan bienes o materiales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
almacenamientos
Παραδείγματα
El almacenamiento de productos se realiza en el almacén.
Η αποθήκευση των προϊόντων πραγματοποιείται στην αποθήκη.
02
αποθήκευση
sistema o capacidad para guardar y conservar datos digitales
Παραδείγματα
El almacenamiento en la nube permite acceder a los datos desde cualquier lugar.
Αποθήκευση στο σύννεφο επιτρέπει την πρόσβαση σε δεδομένα από οπουδήποτε.



























