el almacén
Pronunciation
/ˌalmaθˈɛn/

Ορισμός και σημασία του "almacén"στα ισπανικά

El almacén
[gender: masculine]
01

αποθήκη, αποθηκευτικός χώρος

lugar donde se guardan mercancías, productos o materiales
el almacén definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
almacenes
Παραδείγματα
El almacén central distribuye productos a todas las tiendas.
Η κεντρική αποθήκη διανέμει προϊόντα σε όλα τα καταστήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store