prever
Pronunciation
/pɾeβˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "prever"στα ισπανικά

prever
01

προβλέπω, προαναγγέλλω

anticipar o conocer algo que ocurrirá en el futuro
prever definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
preveo
γ΄ ενικό πρόσωπο
prevee
ενεστώτα μετοχή
previendo
απλός αόριστος
preví
παθητική μετοχή
previsto
Παραδείγματα
No se puede prever el futuro con certeza.
Δεν μπορεί κανείς να προβλέψει το μέλλον με βεβαιότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store