Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prever
01
προβλέπω, προαναγγέλλω
anticipar o conocer algo que ocurrirá en el futuro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
preveo
γ΄ ενικό πρόσωπο
prevee
ενεστώτα μετοχή
previendo
απλός αόριστος
preví
παθητική μετοχή
previsto
Παραδείγματα
No se puede prever el futuro con certeza.
Δεν μπορεί κανείς να προβλέψει το μέλλον με βεβαιότητα.



























