pasado
Pronunciation
/pasˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "pasado"στα ισπανικά

01

παρελθόν, προηγούμενος

que pertenece a un tiempo anterior al presente
pasado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pasado
αρσενικό πληθυντικό
pasados
θηλυκό ενικό
pasada
θηλυκό πληθυντικό
pasadas
Παραδείγματα
El pasado martes fuimos al cine.
Την περασμένη Τρίτη πήγαμε στον κινηματογράφο.
02

υπερβολικά μαγειρεμένο, παραψημένο

cocinado más de lo necesario
pasado definition and meaning
Παραδείγματα
La pizza se pasó en el horno.
Η πίτσα μαγειρέψει παραπάνω στο φούρνο.
03

παλιός, μη φρέσκος

comida que ya no está fresca
pasado definition and meaning
Παραδείγματα
Este pan está un poco pasado.
Αυτό το ψωμί είναι λίγο παλιό.
01

παρελθόν, χρόνος που πέρασε

tiempo que ya ocurrió
el pasado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Los recuerdos del pasado son valiosos.
Οι αναμνήσεις του παρελθόντος είναι πολύτιμες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store