Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pasado
01
παρελθόν, προηγούμενος
que pertenece a un tiempo anterior al presente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pasado
αρσενικό πληθυντικό
pasados
θηλυκό ενικό
pasada
θηλυκό πληθυντικό
pasadas
Παραδείγματα
En años pasados, la ciudad era más pequeña.
Στα παρελθόντα χρόνια, η πόλη ήταν μικρότερη.
02
υπερβολικά μαγειρεμένο, παραψημένο
cocinado más de lo necesario
Παραδείγματα
La carne está pasada.
Το κρέας είναι υπερβολικά μαγειρεμένο.
03
παλιός, μη φρέσκος
comida que ya no está fresca
Παραδείγματα
No comas galletas pasadas.
Μην τρως ξεχασμένα μπισκότα.
El pasado
01
παρελθόν, χρόνος που πέρασε
tiempo que ya ocurrió
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Aprendemos de nuestro pasado.
Μαθαίνουμε από το παρελθόν μας.



























