decidido
de
de
de
ci
θi
thi
di
ˈði
dhi
do
ðo
dho
aburridoinhibidoatrevidoabducido

Ορισμός και σημασία του "decidido"στα ισπανικά

01

αποφασισμένος

que tiene firmeza en sus decisiones o propósito 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas decidido
συγκριτικός βαθμός
mas decidido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
decidido
αρσενικό πληθυντικό
decididos
θηλυκό ενικό
decidida
θηλυκό πληθυντικό
decididas
Παραδείγματα
Está decidido a cambiar su vida. 

Είναι αποφασισμένος να αλλάξει τη ζωή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store