Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retocar
[past form: retoqué][present form: retoco]
01
ανακαθαρίζω
mejorar o corregir detalles de una fotografía
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
retoco
γ΄ ενικό πρόσωπο
retoca
ενεστώτα μετοχή
retocando
απλός αόριστος
retoqué
παθητική μετοχή
retocado
Παραδείγματα
Antes de imprimir, retocamos los retratos del estudio.



























