Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ordenación
01
τακτοποίηση, διάταξη
acción de poner cosas en un cierto orden o disposición
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ordenaciones
Παραδείγματα
La ordenación del aula permite que los estudiantes trabajen mejor.
Η διάταξη της τάξης επιτρέπει στους μαθητές να εργάζονται καλύτερα.



























