la ordenación
Pronunciation
/ˌɔɾðenaθjˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "ordenación"στα ισπανικά

La ordenación
01

τακτοποίηση, διάταξη

acción de poner cosas en un cierto orden o disposición
la ordenación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ordenaciones
Παραδείγματα
La ordenación del aula permite que los estudiantes trabajen mejor.
Η διάταξη της τάξης επιτρέπει στους μαθητές να εργάζονται καλύτερα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store