Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
manipular
01
χειρίζομαι
manejar o modificar algo de manera controlada o con intención
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
manipulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
manipula
ενεστώτα μετοχή
manipulando
απλός αόριστος
manipulé
παθητική μετοχή
manipulado
Παραδείγματα
Es importante no manipular la evidencia en una investigación.
Είναι σημαντικό να μην χειραγωγείτε τα στοιχεία σε μια έρευνα.



























