enmarcar
en
en
en
mar
maɾ
mar
car
ˈkaɾ
kar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "enmarcar"στα ισπανικά

enmarcar
01

κουρνιάζω, τοποθετώ σε κορνίζα

colocar una foto, cuadro o imagen dentro de un marco 
enmarcar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
enmarco
γ΄ ενικό πρόσωπο
enmarca
ενεστώτα μετοχή
enmarcando
απλός αόριστος
enmarqué
παθητική μετοχή
enmarcado
Παραδείγματα
Voy a enmarcar esta foto familiar. 

Πρόκειται να κουρνιάσω αυτή τη οικογενειακή φωτογραφία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store