Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enmarcar
01
κουρνιάζω, τοποθετώ σε κορνίζα
colocar una foto, cuadro o imagen dentro de un marco
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
enmarco
γ΄ ενικό πρόσωπο
enmarca
ενεστώτα μετοχή
enmarcando
απλός αόριστος
enmarqué
παθητική μετοχή
enmarcado
Παραδείγματα
Voy a enmarcar esta foto familiar.
Πρόκειται να κουρνιάσω αυτή τη οικογενειακή φωτογραφία.



























