poético
poético
poetiko
poetiko
dietéticosintéticoéticoenergético

Ορισμός και σημασία του "poético"στα ισπανικά

01

ποιητικός, λυρικός

que tiene cualidades propias de la poesía o que expresa belleza 
poético definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más poético
συγκριτικός βαθμός
más poético
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
poético
αρσενικό πληθυντικό
poéticos
θηλυκό ενικό
poética
θηλυκό πληθυντικό
poéticas
Παραδείγματα
El libro tiene un lenguaje muy poético. 

Το βιβλίο έχει μια πολύ ποιητική γλώσσα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store