Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El desenlace
[gender: masculine]
01
έκβαση, τέλος
parte final de una historia o situación
Παραδείγματα
Me gustó el desenlace porque fue inesperado.
Μου άρεσε το αποτέλεσμα γιατί ήταν απρόσμενο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
έκβαση, τέλος