crear
crear
kɾeaɾ
krear
corearcreercriarcremar

Ορισμός και σημασία του "crear"στα ισπανικά

01

δημιουργώ

generar, producir o inventar algo nuevo 
crear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
creo
γ΄ ενικό πρόσωπο
crea
ενεστώτα μετοχή
creando
απλός αόριστος
creé
παθητική μετοχή
creado
Παραδείγματα
El artista creó una escultura de madera. 

Ο καλλιτέχνης δημιούργησε μια ξύλινη γλυπτική.

02

ιδρύω, δημιουργώ

fundar, establecer o iniciar una institución, empresa u organización 
crear definition and meaning
Παραδείγματα
Ellos crearon una empresa de tecnología. 

Αυτοί δημιούργησαν μια τεχνολογική εταιρεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store