Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crear
01
δημιουργώ
generar, producir o inventar algo nuevo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
creo
γ΄ ενικό πρόσωπο
crea
ενεστώτα μετοχή
creando
απλός αόριστος
creé
παθητική μετοχή
creado
Παραδείγματα
El artista creó una escultura de madera.
Ο καλλιτέχνης δημιούργησε μια ξύλινη γλυπτική.
02
ιδρύω, δημιουργώ
fundar, establecer o iniciar una institución, empresa u organización
Παραδείγματα
Ellos crearon una empresa de tecnología.
Αυτοί δημιούργησαν μια τεχνολογική εταιρεία.



























