crear
Pronunciation
/kɾeˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "crear"στα ισπανικά

01

δημιουργώ

generar, producir o inventar algo nuevo
crear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
creo
γ΄ ενικό πρόσωπο
crea
ενεστώτα μετοχή
creando
απλός αόριστος
creé
παθητική μετοχή
creado
Παραδείγματα
Este invento creó muchas soluciones útiles.
Αυτή η εφεύρεση δημιούργησε πολλές χρήσιμες λύσεις.
02

ιδρύω, δημιουργώ

fundar, establecer o iniciar una institución, empresa u organización
crear definition and meaning
Παραδείγματα
Crearon una asociación para proteger el medio ambiente.
Δημιούργησαν μια ένωση για την προστασία του περιβάλλοντος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store