la actuación
act
ˈakt
akt
ua
wa
va
ción
θjon
thyon
acusaciónacuñaciónacotaciónacentuación

Ορισμός και σημασία του "actuación"στα ισπανικά

01

εμφάνιση, παράσταση

acción de interpretar o realizar algo ante un público 
la actuación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
actuaciones
Παραδείγματα
La actuación del actor fue impresionante. 

Η εμφάνιση του ηθοποιού ήταν εντυπωσιακή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store