Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El suceso
01
γεγονός, συμβάν
hecho o acontecimiento que ocurre, especialmente si es importante o llama la atención
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sucesos
Παραδείγματα
Un suceso inesperado interrumpió la ceremonia.
Ένα απρόσμενο γεγονός διέκοψε την τελετή.



























