Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
simbolizar
[past form: simbolicé][present form: simbolizo]
01
συμβολίζω
representar o significar algo mediante un símbolo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
simbolizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
simboliza
ενεστώτα μετοχή
simbolizando
απλός αόριστος
simbolicé
παθητική μετοχή
simbolizado
Παραδείγματα
Este anillo simboliza nuestro compromiso.
Αυτό το δαχτυλίδι συμβολίζει τη δέσμευσή μας.



























