impulsar
Pronunciation
/ˌimpulsˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "impulsar"στα ισπανικά

impulsar
01

ενθαρρύνω, ενισχύω

hacer que algo avance, mejore o tenga más éxito
impulsar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
impulso
γ΄ ενικό πρόσωπο
impulsa
ενεστώτα μετοχή
impulsando
απλός αόριστος
impulsé
παθητική μετοχή
impulsado
Παραδείγματα
Queremos impulsar la innovación en nuestra empresa.
Θέλουμε να προωθήσουμε την καινοτομία στην εταιρεία μας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store