Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impulsar
01
ενθαρρύνω, ενισχύω
hacer que algo avance, mejore o tenga más éxito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
impulso
γ΄ ενικό πρόσωπο
impulsa
ενεστώτα μετοχή
impulsando
απλός αόριστος
impulsé
παθητική μετοχή
impulsado
Παραδείγματα
La nueva campaña publicitaria impulsará las ventas.
Η νέα διαφημιστική καμπάνια θα ενισχύσει τις πωλήσεις.



























