Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
invadir
01
κατακλύζω, καταλαμβάνω
llenar o dominar los sentimientos de alguien de manera intensa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
invado
γ΄ ενικό πρόσωπο
invade
ενεστώτα μετοχή
invadiendo
απλός αόριστος
invadí
παθητική μετοχή
invadido
Παραδείγματα
El cansancio lo invadió después del largo viaje.
Η κούραση τον κατέλαβε μετά το μακρύ ταξίδι.
02
εισβάλλω
entrar por la fuerza en un lugar y ocuparlo sin permiso
Παραδείγματα
La tristeza parecía invadir su corazón.
Η θλίψη φαινόταν να εισβάλλει στην καρδιά του.



























