la miseria
mi
mi
mi
ser
ˈseɾ
ser
ia
ja
ya
LiberiaarteriaNigeriamateria

Ορισμός και σημασία του "miseria"στα ισπανικά

01

αθλιότητα, φτώχεια

estado de pobreza extrema o de grandes dificultades en la vida 
la miseria definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
miserias
Παραδείγματα
Muchas familias viven en miseria en esa región. 

Πολλές οικογένειες ζουν στην αθλιότητα σε αυτήν την περιοχή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store