Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interior
01
εσωτερικός, ενδοτερικός
que se encuentra dentro de un objeto, edificio o espacio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
interior
αρσενικό πληθυντικό
interiores
θηλυκό ενικό
interior
θηλυκό πληθυντικό
interiores
Παραδείγματα
El interior del edificio es moderno y luminoso.
Το εσωτερικό του κτιρίου είναι μοντέρνο και φωτεινό.
El interior
01
εσωτερικό
la parte de dentro de un edificio, vehículo o espacio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
interiores
Παραδείγματα
Las paredes del interior de la casa están pintadas de blanco.
Οι εσωτερικοί τοίχοι του σπιτιού είναι βαμμένοι λευκοί.



























