interior
Pronunciation
/ˌintɛɾjˈɔɾ/

Ορισμός και σημασία του "interior"στα ισπανικά

01

εσωτερικός, ενδοτερικός

que se encuentra dentro de un objeto, edificio o espacio
interior definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
interior
αρσενικό πληθυντικό
interiores
θηλυκό ενικό
interior
θηλυκό πληθυντικό
interiores
Παραδείγματα
El interior del edificio es moderno y luminoso.
Το εσωτερικό του κτιρίου είναι μοντέρνο και φωτεινό.
01

εσωτερικό

la parte de dentro de un edificio, vehículo o espacio
el interior definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
interiores
Παραδείγματα
Las paredes del interior de la casa están pintadas de blanco.
Οι εσωτερικοί τοίχοι του σπιτιού είναι βαμμένοι λευκοί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store