Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El interlocutor
[gender: masculine]
01
συνομιλητής, συνομιλήτρια
persona que participa en una conversación
Παραδείγματα
El diálogo entre los dos interlocutores fue fluido.
Ο διάλογος μεταξύ των δύο συνομιλητών ήταν ρευστός.



























