Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La característica
[gender: feminine]
01
χαρακτηριστικό, ιδιαίτερο γνώρισμα
rasgo o cualidad que distingue a una persona, cosa o situación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
características
Παραδείγματα
La paciencia es una característica importante en un buen maestro.
Η υπομονή είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό σε έναν καλό δάσκαλο.



























