Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La manifestación
01
εκδήλωση
acción o hecho que muestra claramente una idea, sentimiento o cualidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
manifestaciones
Παραδείγματα
Su ayuda fue una manifestación de amistad.
Η βοήθειά του ήταν μια εκδήλωση φιλίας.
02
διαδήλωση
reunión pública para expresar opiniones o demandas
Παραδείγματα
La manifestación comenzó a las diez de la mañana.
Η διαδήλωση ξεκίνησε στις δέκα το πρωί.



























