Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
moldear
01
διαμορφώνω, πλάθω
dar forma a algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
moldeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
moldea
ενεστώτα μετοχή
moldeando
απλός αόριστος
moldeé
παθητική μετοχή
moldeado
Παραδείγματα
Los niños moldean figuras de plastilina.
Τα παιδιά πλάθουν μορφές από πλαστελίνη.



























