Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
moldear
01
διαμορφώνω, πλάθω
dar forma a algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
moldeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
moldea
ενεστώτα μετοχή
moldeando
απλός αόριστος
moldeé
παθητική μετοχή
moldeado
Παραδείγματα
La artista moldeó la arcilla con sus manos.
Η καλλιτέχνις πλάθει τον πηλό με τα χέρια της.



























