moldear
mol
mol
mol
dear
ˈdeaɾ
dear
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "moldear"στα ισπανικά

moldear
01

διαμορφώνω, πλάθω

dar forma a algo 
moldear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
moldeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
moldea
ενεστώτα μετοχή
moldeando
απλός αόριστος
moldeé
παθητική μετοχή
moldeado
Παραδείγματα
La artista moldeó la arcilla con sus manos. 

Η καλλιτέχνις πλάθει τον πηλό με τα χέρια της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store