moldear
Pronunciation
/mˌɔlðeˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "moldear"στα ισπανικά

moldear
01

διαμορφώνω, πλάθω

dar forma a algo
moldear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
moldeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
moldea
ενεστώτα μετοχή
moldeando
απλός αόριστος
moldeé
παθητική μετοχή
moldeado
Παραδείγματα
Los niños moldean figuras de plastilina.
Τα παιδιά πλάθουν μορφές από πλαστελίνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store