esculpir
es
es
es
cul
kul
kool
pir
ˈpiɾ
pir
escurrirescupir

Ορισμός και σημασία του "esculpir"στα ισπανικά

esculpir
01

γλυπτοποιώ

dar forma artística a un material para crear una escultura 
esculpir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
esculpo
γ΄ ενικό πρόσωπο
esculpe
ενεστώτα μετοχή
esculpiendo
απλός αόριστος
esculpí
παθητική μετοχή
esculpido
Παραδείγματα
El artista esculpió una estatua de mármol. 

Ο καλλιτέχνης γλύφει ένα άγαλμα μαρμάρου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store