Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esculpir
[past form: esculpí][present form: esculpo]
01
γλυπτοποιώ
dar forma artística a un material para crear una escultura
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
esculpo
γ΄ ενικό πρόσωπο
esculpe
ενεστώτα μετοχή
esculpiendo
απλός αόριστος
esculpí
παθητική μετοχή
esculpido
Παραδείγματα
Esculpir requiere paciencia y precisión.
Γλυπτική απαιτεί υπομονή και ακρίβεια.



























