contemporáneo
Pronunciation
/kˌɔntempɔɾˈaneo/

Ορισμός και σημασία του "contemporáneo"στα ισπανικά

contemporáneo
01

σύγχρονος

que pertenece o pertenece a la misma época
contemporáneo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
contemporáneo
αρσενικό πληθυντικό
contemporáneos
θηλυκό ενικό
contemporánea
θηλυκό πληθυντικό
contemporáneas
Παραδείγματα
En el museo hay exposiciones de arte contemporáneo.
Στο μουσείο υπάρχουν εκθέσεις σύγχρονης τέχνης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store