Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contemporáneo
01
σύγχρονος
que pertenece o pertenece a la misma época
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
contemporáneo
αρσενικό πληθυντικό
contemporáneos
θηλυκό ενικό
contemporánea
θηλυκό πληθυντικό
contemporáneas
Παραδείγματα
En el museo hay exposiciones de arte contemporáneo.
Στο μουσείο υπάρχουν εκθέσεις σύγχρονης τέχνης.



























