exhibir
exh
eks
εκσ
i
ˈi
ι
bir
βiɾ
βιρ
impediringerirdividirinferir

Ορισμός και σημασία του "exhibir"στα ισπανικά

exhibir
01

εκθέτω, παρουσιάζω

mostrar algo para que otros lo vean 
exhibir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
exhibo
γ΄ ενικό πρόσωπο
exhibe
ενεστώτα μετοχή
exhibiendo
απλός αόριστος
exhibí
παθητική μετοχή
exhibido
Παραδείγματα
El museo exhibe pinturas de artistas famosos. 

Το μουσείο εκθέτει πίνακες ζωγραφικής διάσημων καλλιτεχνών.

02

εμφανίζομαι γυμνός, εκθέτω

mostrarse desnudo de forma deliberada y ofensiva en público 
Παραδείγματα
El hombre se exhibió frente a los transeúntes. 

Ο άντρας παρουσιάστηκε μπροστά στους περαστικούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store