Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exhibir
01
εκθέτω, παρουσιάζω
mostrar algo para que otros lo vean
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
exhibo
γ΄ ενικό πρόσωπο
exhibe
ενεστώτα μετοχή
exhibiendo
απλός αόριστος
exhibí
παθητική μετοχή
exhibido
Παραδείγματα
El museo exhibe pinturas de artistas famosos.
Το μουσείο εκθέτει πίνακες ζωγραφικής διάσημων καλλιτεχνών.
02
εμφανίζομαι γυμνός, εκθέτω
mostrarse desnudo de forma deliberada y ofensiva en público
Παραδείγματα
El hombre se exhibió frente a los transeúntes.
Ο άντρας παρουσιάστηκε μπροστά στους περαστικούς.



























