Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Las artes plásticas
01
πλαστικές τέχνες, οπτικές τέχνες
manifestaciones artísticas que usan materiales como pintura, escultura o dibujo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
artes plásticas
Παραδείγματα
En la escuela enseñan artes plásticas desde pequeños.
Στο σχολείο διδάσκουν τις εικαστικές τέχνες από μικρή ηλικία.



























