Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El hincha
01
οπαδός, θαυμαστής
persona que apoya y sigue con entusiasmo a un equipo o deportista
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hinchas
Παραδείγματα
Los hinchas cantaban y animaban sin parar.
Οι οπαδοί τραγουδούσαν και ενθάρρυναν ασταμάτητα.



























