mediático
me
me
me
diá
ˈðja
dhya
ti
ti
ti
co
ko
ko
climáticogramáticosimpáticoaromático

Ορισμός και σημασία του "mediático"στα ισπανικά

mediático
01

μέσων μαζικής ενημέρωσης, σχετικός με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης

relacionado con los medios de comunicación 
mediático definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mediático
αρσενικό πληθυντικό
mediáticos
θηλυκό ενικό
mediática
θηλυκό πληθυντικό
mediáticas
Παραδείγματα
La exposición mediática ayudó a aumentar las ventas. 

Η μέντια έκθεση βοήθησε στην αύξηση των πωλήσεων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store