Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
medir
01
μετράω
tener una medida o tamaño determinado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
mido
γ΄ ενικό πρόσωπο
mide
ενεστώτα μετοχή
midiendo
απλός αόριστος
medí
παθητική μετοχή
medido
Παραδείγματα
La sala mide quince metros cuadrados.
Το δωμάτιο μετρά δεκαπέντε τετραγωνικά μέτρα.
02
μετρώ, αξιολογώ
determinar o calcular la longitud, altura o tamaño de algo
Παραδείγματα
Los científicos miden la cantidad de CO2 en el aire.
Οι επιστήμονες μετρούν την ποσότητα του CO2 στον αέρα.



























