Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
medir
01
μετράω
tener una medida o tamaño determinado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
mido
γ΄ ενικό πρόσωπο
mide
ενεστώτα μετοχή
midiendo
απλός αόριστος
medí
παθητική μετοχή
medido
Παραδείγματα
La mesa mide dos metros de largo.
Το τραπέζι μετρά δύο μέτρα σε μήκος.
02
μετρώ, αξιολογώ
determinar o calcular la longitud, altura o tamaño de algo
Παραδείγματα
Voy a medir la mesa con una regla.
Πρόκειται να μετρήσω το τραπέζι με ένα χάρακα.



























