medir
Pronunciation
/meðˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "medir"στα ισπανικά

01

μετράω

tener una medida o tamaño determinado
medir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
mido
γ΄ ενικό πρόσωπο
mide
ενεστώτα μετοχή
midiendo
απλός αόριστος
medí
παθητική μετοχή
medido
Παραδείγματα
La sala mide quince metros cuadrados.
Το δωμάτιο μετρά δεκαπέντε τετραγωνικά μέτρα.
02

μετρώ, αξιολογώ

determinar o calcular la longitud, altura o tamaño de algo
medir definition and meaning
Παραδείγματα
Los científicos miden la cantidad de CO2 en el aire.
Οι επιστήμονες μετρούν την ποσότητα του CO2 στον αέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store