medir
me
me
me
dir
ˈðiɾ
dhir
mediar

Ορισμός και σημασία του "medir"στα ισπανικά

01

μετράω

tener una medida o tamaño determinado 
medir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
mido
γ΄ ενικό πρόσωπο
mide
ενεστώτα μετοχή
midiendo
απλός αόριστος
medí
παθητική μετοχή
medido
Παραδείγματα
La mesa mide dos metros de largo. 

Το τραπέζι μετρά δύο μέτρα σε μήκος.

02

μετρώ, αξιολογώ

determinar o calcular la longitud, altura o tamaño de algo 
medir definition and meaning
Παραδείγματα
Voy a medir la mesa con una regla. 

Πρόκειται να μετρήσω το τραπέζι με ένα χάρακα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store