modesto
mo
mo
mo
des
ˈðes
dhes
to
to
to
molesto

Ορισμός και σημασία του "modesto"στα ισπανικά

01

ταπεινός, συνεσταλμένος

que no busca destacar y muestra humildad o discreción 
modesto definition and meaning
Παραδείγματα
Siempre fue modesto a pesar de sus logros. 

Ήταν πάντα σεμνός παρά τις επιτυχίες του.

02

ταπεινός

que no es grande, ostentoso ni exagerado 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más modesto
συγκριτικός βαθμός
más modesto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
modesto
αρσενικό πληθυντικό
modestos
θηλυκό ενικό
modesta
θηλυκό πληθυντικό
modestas
Παραδείγματα
Tienen un salario modesto, pero suficiente para vivir. 

Έχουν ένα μετριόφρονο μισθό, αλλά αρκετό για να ζήσουν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store