modesto
Pronunciation
/moðˈesto/

Ορισμός και σημασία του "modesto"στα ισπανικά

01

ταπεινός, συνεσταλμένος

que no busca destacar y muestra humildad o discreción
modesto definition and meaning
Παραδείγματα
El artista modesto rara vez habla de su trabajo.
Ο σεμνός καλλιτέχνης σπάνια μιλάει για το έργο του.
02

ταπεινός

que no es grande, ostentoso ni exagerado
Παραδείγματα
Su pensión es modesta, pero le alcanza para cubrir sus necesidades.
Η σύνταξή του είναι μετριόφρων, αλλά αρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store