Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
modesto
01
ταπεινός, συνεσταλμένος
que no busca destacar y muestra humildad o discreción
Παραδείγματα
El artista modesto rara vez habla de su trabajo.
Ο σεμνός καλλιτέχνης σπάνια μιλάει για το έργο του.
02
ταπεινός
que no es grande, ostentoso ni exagerado
Παραδείγματα
Su pensión es modesta, pero le alcanza para cubrir sus necesidades.
Η σύνταξή του είναι μετριόφρων, αλλά αρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του.



























