Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El traspaso
01
μεταγραφή, μεταβίβαση
movimiento de un jugador de un equipo a otro
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
traspasos
Παραδείγματα
El traspaso del delantero sorprendió a los aficionados.
Η μεταγραφή του επιθετικού εξέπληξε τους οπαδούς.
02
μεταβίβαση, παραχώρηση
el acto legal de transferir la propiedad o los derechos sobre un bien de una persona a otra
Παραδείγματα
Firmaron el contrato de traspaso del negocio el lunes pasado.
Υπέγραψαν τη σύμβαση μεταβίβασης της επιχείρησης την περασμένη Δευτέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
traspaso
tras
paso



























