Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El recinto
01
περιοχή, χώρος
espacio cerrado o delimitado destinado a un uso específico
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
recintos
Παραδείγματα
Este recinto está destinado a eventos deportivos.
Αυτό το recinto προορίζεται για αθλητικές εκδηλώσεις.



























