Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El placer
01
ευχαρίστηση
sensación agradable que se siente al disfrutar algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Leer un buen libro me da mucho placer.
Η ανάγνωση ενός καλού βιβλίου μου δίνει πολλή ευχαρίστηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
placer
place



























