elástico
elás
ˈelas
elas
ti
ti
ti
co
ko
ko
elíptico

Ορισμός και σημασία του "elástico"στα ισπανικά

01

ελαστικός, εύκαμπτος

que puede estirarse y volver a su forma original 
elástico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más elástico
συγκριτικός βαθμός
más elástico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
elástico
αρσενικό πληθυντικό
elásticos
θηλυκό ενικό
elástica
θηλυκό πληθυντικό
elásticas
θεματικό πεδίο
materiales, propiedades, física
Παραδείγματα
La banda es muy elástica y se adapta bien. 

Η ταινία είναι πολύ ελαστική και προσαρμόζεται καλά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store