Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
horizontal
01
οριζόντιος
que está paralelo al suelo o a una línea recta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
horizontal
αρσενικό πληθυντικό
horizontales
θηλυκό ενικό
horizontal
θηλυκό πληθυντικό
horizontales
θεματικό πεδίο
geometría, orientación, espacio
Παραδείγματα
La línea horizontal es paralela al suelo.
Η οριζόντια γραμμή είναι παράλληλη με το έδαφος.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
horizontal
horizon



























