el elemento
e
e
e
le
le
le
men
ˈmen
men
to
to
to
segmentoalimentoungüentocontento

Ορισμός και σημασία του "elemento"στα ισπανικά

01

στοιχείο, συστατικό

sustancia básica que no se puede descomponer en otras más simples 
el elemento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
elementos
Παραδείγματα
El hidrógeno es un elemento químico. 

Το υδρογόνο είναι ένα χημικό στοιχείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store