residual
Pronunciation
/rˌesiðwˈal/

Ορισμός και σημασία του "residual"στα ισπανικά

01

υπολειμματικός

que queda después de un proceso o evento
residual definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
residual
αρσενικό πληθυντικό
residuales
θηλυκό ενικό
residual
θηλυκό πληθυντικό
residuales
Παραδείγματα
La energía residual no utilizada se pierde en forma de calor.
Η αχρησιμοποίητη υπολειμματική ενέργεια χάνεται με τη μορφή θερμότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store