Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
residual
01
υπολειμματικός
que queda después de un proceso o evento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
residual
αρσενικό πληθυντικό
residuales
θηλυκό ενικό
residual
θηλυκό πληθυντικό
residuales
Παραδείγματα
La energía residual no utilizada se pierde en forma de calor.
Η αχρησιμοποίητη υπολειμματική ενέργεια χάνεται με τη μορφή θερμότητας.
Λεξικό Δέντρο
residual
residue



























