prolongado
pro
pɾo
προ
lon
lon
λον
ga
ˈga
γκα
do
ðo
δο
destrozadointimidadodesaliñadoacantilado

Ορισμός και σημασία του "prolongado"στα ισπανικά

prolongado
01

παρατεταμένος, διαρκής

que dura mucho tiempo 
prolongado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más prolongado
συγκριτικός βαθμός
más prolongado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prolongado
αρσενικό πληθυντικό
prolongados
θηλυκό ενικό
prolongada
θηλυκό πληθυντικό
prolongadas
θεματικό πεδίο
tiempo, eventos, duración
Παραδείγματα
Tuvieron una reunión prolongada para discutir el problema. 

Είχαν μια παρατεταμένη συνάντηση για να συζητήσουν το πρόβλημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store