Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amenazado
01
απειλούμενος, σε κίνδυνο
que está en peligro o riesgo de sufrir daño
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más amenazado
συγκριτικός βαθμός
más amenazado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amenazado
αρσενικό πληθυντικό
amenazados
θηλυκό ενικό
amenazada
θηλυκό πληθυντικό
amenazadas
Παραδείγματα
El país se siente amenazado por conflictos externos.
Η χώρα αισθάνεται απειλούμενη από εξωτερικές συγκρούσεις.



























