Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El equilibrio
01
ισορροπία, ισοζύγιο
estado de balance o estabilidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Perder el equilibrio puede causar accidentes.
02
ισορροπία
un estado en el que las fuerzas o elementos opuestos están compensados
Παραδείγματα
La falta de equilibrio en la obra crea una sensación de tensión.
Η έλλειψη ισορροπίας στο έργο δημιουργεί μια αίσθηση έντασης.



























