Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La densidad
01
πυκνότητα
cantidad de materia o elementos en un espacio determinado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La densidad de la población en la ciudad es muy alta.
Η πυκνότητα του πληθυσμού στην πόλη είναι πολύ υψηλή.
LanGeek



























