Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agotar
01
εξαντλώ, εξαντλώ
usar o consumir algo por completo; dejar sin recursos o energía
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
agoto
γ΄ ενικό πρόσωπο
agota
ενεστώτα μετοχή
agotando
απλός αόριστος
agoté
παθητική μετοχή
agotado
Παραδείγματα
Hemos agotado todas las provisiones de comida.
Έχουμε εξαντλήσει όλες τις προμήθειες τροφίμων.
02
εξαντλώ, κουράζω
cansar extremadamente a una persona o animal, tanto física como mentalmente
Παραδείγματα
Este trabajo agotó a todo el equipo.
Αυτή η δουλειά εξάντλησε όλη την ομάδα.



























