Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agotar
[past form: agoté][present form: agoto]
01
εξαντλώ, εξαντλώ
usar o consumir algo por completo; dejar sin recursos o energía
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
agoto
γ΄ ενικό πρόσωπο
agota
ενεστώτα μετοχή
agotando
απλός αόριστος
agoté
παθητική μετοχή
agotado
Παραδείγματα
Debemos ahorrar agua para no agotarla.
Πρέπει να εξοικονομούμε νερό για να μην το εξαντλήσουμε.
02
εξαντλώ, κουράζω
cansar extremadamente a una persona o animal, tanto física como mentalmente
Παραδείγματα
Esa reunión interminable me agotó mentalmente.
Αυτή η ατελείωτη συνάντηση με εξάντλησε διανοητικά.



























