el xico
ˈtoɣ
togh
xi
si
si
co
ko
ko
tónico

Ορισμός και σημασία του "tóxico"στα ισπανικά

01

τοξίνη, δηλητήριο

sustancia que puede causar daño o enfermedad 
el tóxico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tóxicos
Παραδείγματα
El tóxico causó la muerte de varios animales. 

Η τοξίνη προκάλεσε το θάνατο πολλών ζώων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store